Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στο Ιράν διαμορφώνει ένα νέο, ολοένα και πιο δυσμενές περιβάλλον για την ελληνική οικονομία, επαναφέροντας τις πληθωριστικές πιέσεις και ανακόπτοντας την αναπτυξιακή της δυναμική.
Η κατακόρυφη άνοδος του ενεργειακού κόστους, η υποχώρηση των επιχειρηματικών προσδοκιών και η μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων οδηγούν στην προς τα κάτω αναθεώρηση των στόχων για το 2026, ενώ ήδη έχει αλλάξει το Οικονομικό Κλίμα σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Το βασικό ζητούμενο είναι η συγκράτηση των ανατιμήσεων, καθώς με βάση τις τελευταίες εξελίξεις το 2026 θα είναι ένα ακόμη έτος ακρίβειας. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους βλέπει τον πληθωρισμό να φτάνει ακόμη και το 4% φέτος, ενώ στις προηγούμενες εκτιμήσεις πριν από τον πόλεμο στο Ιράν τον τοποθετούσε κάτω από το 3%. Και οι επίσημες κρατικές προβλέψεις αναμένεται να αναθεωρηθούν προς τα πάνω, όπως έγραφε πρόσφατα το insider.gr.
Υπό αυτό το πλαίσιο ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας, είναι η αποτελεσματικότητα των μέτρων συγκράτησης των τιμών για να μετριασθούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις του νέου ενεργειακού σοκ που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν. Το βασικό ζήτημα είναι η άνοδος των τιμών καυσίμων, και ειδικά του ντίζελ που επηρεάζει ανοδικά όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Όταν ανεβαίνει το κόστος των καυσίμων και της ενέργειας είναι απλώς θέμα χρόνου να επεκταθούν οι πληθωριστικές πιέσεις σε ευρύτερη γκάμα αγαθών και υπηρεσιών τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας.
Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει από την πρώτη στιγμή την επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, αλλά αυτό σύμφωνα με τους οικονομολόγους δεν φτάνει. Σύμφωνα με το Γραφείο του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η αποτελεσματικότητα των μέτρων συγκράτησης των τιμών θα μπορούσε να ενισχυθεί με την χρήση ψηφιακής τεχνολογίας ώστε να γίνει εφικτή άμεση παρακολούθηση του μεικτού περιθωρίου κέρδους σε κάθε στάδιο και να επιτυγχάνεται ο γρήγορος εντοπισμός αδικαιολόγητων φαινομένων αύξησης τιμών.
Χειροτερεύει το οικονομικό κλίμα
Ο -έτσι και αλλιώς φιλόδοξος- στόχος για ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά 2,4% φέτος που είχε μπει στον Κρατικό Προϋπολογισμό, θεωρείται ήδη χαμένος και αναμένεται να επικαιροποιηθεί προς τα κάτω. Ήδη η ΤτΕ έχει κατεβάσει τον πήχη στο 1,9% από 2,1% που προέβλεπε τον Δεκέμβριο. To ΔΝΤ αναμένει ανάπτυξη 1,8%, ενώ το Γραφείο του Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή έχοντας λάβει υπόψη και τα μέτρα των 300 εκατ. ευρώ που ανακοίνωσε η κυβέρνηση στις 23 Μαρτίου (Fuel Pass, επιδότηση στην αντλία) προβλέπει ανάπτυξη από 1,7% έως 2,4% με το βασικό σενάριο να βρίσκεται στο 2%.
Εξάλλου, οι πρώτες επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στο Οικονομικό Κλίμα, το οποίο δίνει μια καλή πρόδρομη εικόνα για την πορεία της οικονομία το επόμενο διάστημα. Σύμφωνα με την μελέτη οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, ο δείκτης Οικονομικού Κλίματος υποχώρησε στις 106,8 μονάδες τον Μάρτιο από τις 107,6 μονάδες του Φεβρουαρίου με εξασθένηση των προσδοκιών όλους τους επιχειρηματικούς τομείς, όπως και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη.
«Η άνοδος και έντονη μεταβλητότητα των τιμών στις αγορές ενέργειας και οι πληθωριστικές πιέσεις επηρεάζουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Το χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει η νέα αυτή κρίση, και ιδίως εάν θα διαφανεί κάποια προοπτική εξομάλυνσης θα είναι ο κρίσιμος παράγοντας για τη διαμόρφωση του οικονομικού κλίματος τους επόμενους μήνες», αναφέρει το ΙΟΒΕ.
Οι αγορές
Και βέβαια ο πόλεμος δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις αγορές χρέους. Τις τελευταίες εβδομάδες, μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, παρατηρείται αύξηση των αποδόσεων και διεύρυνση των spreads, καθώς οι επενδυτές ζητούν υψηλότερο risk premium για να διακρατήσουν κρατικό χρέος, ιδίως χωρών με αυξημένες δημοσιονομικές ευπάθειες.
«Είναι εύλογο ότι κράτη με συγκριτικά υψηλότερο λόγο χρέους ως προς το ΑΕΠ, όπως είναι η Ελλάδα, παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένα σε ένα τέτοιο περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας», σημειώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού και τονίζει πως για τον λόγο αυτό, σε σχέση με την ελληνική οικονομία, η σταθερή και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους πρέπει να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής, ώστε η χώρα να απομακρυνθεί σταδιακά από τη θέση της ως η πλέον επιβαρυμένη οικονομία της Ευρωζώνης.